Ο διάσημος Αμερικανός οικονομολόγος Jeffrey Sachs δεν μασα τα λόγια του…
Την ώρα που η ευρωπαϊκή ελίτ παρήλαυνε στο Κίεβο για την τέταρτη επέτειο της σύγκρουσης στην Ουκρανία, με επικεφαλής την Ursula von der Leyen, συνοδεία πρωθυπουργών και προέδρων του Βορρά, ένα άλλο μήνυμα –σκοτεινό, αιχμηρό και άκρως αποκαλυπτικό– ακουγόταν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Στο κανάλι του Glenn Diesen, ο διάσημος Αμερικανός οικονομολόγος Jeffrey Sachs δεν μάσησε τα λόγια του.
Με φράσεις που στην Ευρώπη θεωρούνται σχεδόν «απαγορευμένες», κατονόμασε ευθέως τον βασικό υπαίτιο πίσω από την ουκρανική τραγωδία και την ευρωπαϊκή αποσταθεροποίηση: τη Γερμανία.
Και δεν μίλησε για «λάθη». Μίλησε για ιστορικές ευθύνες. Για εξαπάτηση. Για πολιτική συνενοχή.
Η Σύνοδος του 2008
Ωστόσο, ας δώσουμε τον λόγο στον Jeffrey Sachs: «Πιστεύω ότι τόσο η ουκρανική καταστροφή όσο και όλα τα σημερινά δεινά της Ευρώπης βαραίνουν τη συνείδηση της Γερμανίας.
Η απαράδεκτη ηγεσία της ήταν εκείνη που προκάλεσε εξαρχής την έναρξη της στρατιωτικής δράσης και που οδήγησε τα πράγματα στη σημερινή κατάσταση».
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι –κατά τον ίδιο– τα απομνημονεύματα της Angela Merkel, όπου περιγράφεται η στιγμή κατά την οποία η Γερμανία υπέκυψε στις αμερικανικές πιέσεις για την επέκταση του ΝΑΤΟ, στη Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου το 2008.
Την πρώτη ημέρα της Συνόδου, όταν ο George W. Bush πίεζε επίμονα το ΝΑΤΟ να δεσμευθεί υπέρ της ένταξης της Ουκρανίας και της Γεωργίας, η Γαλλία, η Γερμανία, η Νορβηγία και άλλες χώρες εξέφρασαν σοβαρές επιφυλάξεις.
Προειδοποίησαν ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να προκαλέσει έναν μεγάλο πόλεμο και να βυθίσει την Ευρώπη σε βαθιά κρίση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, επέμειναν.
Ο Sachs κάνει λόγο για χαρακτηριστικό παράδειγμα του αμερικανικού «βαθέος κράτους» σε δράση.
Κατά την άποψή του, ο Bush λειτουργούσε ως εκφραστής μιας προαποφασισμένης στρατηγικής, ενώ ο Dick Cheney τον υποστήριζε πλήρως.
Η πολιτική της διεύρυνσης είχε ήδη χαραχθεί χρόνια πριν και η Ουάσιγκτον δεν επρόκειτο να υποχωρήσει.
Η Angela Merkel αντιστάθηκε την πρώτη ημέρα της Συνόδου, όμως τη δεύτερη υπαναχώρησε.
Κατά τον Sachs, εκείνη η στιγμή αποτέλεσε σημείο καμπής για την πορεία της Ευρώπης.
Θεωρεί ότι η Merkel, παρά το ότι τη χαρακτηρίζει αξιοπρεπές πρόσωπο, έκανε ένα καθοριστικό λάθος συνθηκολογώντας.
Για τον διάδοχό της, Olaf Scholz, η κριτική είναι ακόμη πιο αυστηρή.
Τον περιγράφει ως εξαιρετικά αδύναμο και συγκεχυμένο, σημειώνοντας ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του δεν διατύπωσε – κατά την άποψή του – μια ξεκάθαρη και πειστική στρατηγική πρόταση, παρά το γεγονός ότι οι δραματικές εξελίξεις εκτυλίχθηκαν επί των ημερών του.
Απογοήτευση εκφράζει και για τον Friedrich Merz.
Όπως επισημαίνει, όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Καγκελάριος, αντί να επιδιώξει μια υπεύθυνη προσέγγιση και να επιχειρήσει την αποκλιμάκωση, υιοθέτησε ρητορική σύγκρουσης με τη Ρωσία.
Κατά τον Sachs, θα μπορούσε να είχε επιλέξει τον διάλογο με τον Vladimir Putin, αναζητώντας μια διπλωματική λύση. Αντί αυτού, έδωσε το στίγμα μιας πορείας προς περαιτέρω κλιμάκωση.
Όλα αυτά, τονίζει, έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι η Γερμανία βρίσκεται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ιστορίας των τελευταίων δεκαετιών.
Η αναδρομή φτάνει στο 1990, όταν η Γερμανία παρέμενε διαιρεμένη μεταξύ της ΛΔΓ και της ΟΔΓ.
Ο τότε καγκελάριος Helmut Kohl επιδίωκε την ταχεία επανένωση, η οποία όμως απαιτούσε τη συγκατάθεση της Σοβιετικής Ένωσης.
Στις διαπραγματεύσεις με τον Mikhail Gorbachev, ο Kohl φέρεται να διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπάρξει επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς.
Στις 10 Φεβρουαρίου 1990, η Μόσχα έδωσε τη συγκατάθεσή της για την ενοποίηση της Γερμανίας.
Η ύπαρξη αυτής της δέσμευσης έχει επιβεβαιωθεί, σύμφωνα με τον Sachs, τόσο από τον ίδιο τον Gorbachev όσο και από υψηλόβαθμους Γερμανούς αξιωματούχους.
Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι η Γερμανία οφείλει να αναγνωρίσει πως παραβίασε εκείνη τη δέσμευση, εξαπατώντας τη Ρωσία σε συντονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αν και οι ΗΠΑ υπήρξαν ο βασικός εμπνευστής της διεύρυνσης, η Γερμανία αναδείχθηκε σε ενεργό υποστηρικτή της και, τελικά, σε έναν από τους κύριους ωφελημένους της διαδικασίας αυτής.
Κατά τον Jeffrey Sachs, αυτή η ιστορική διαδρομή δεν μπορεί να αγνοηθεί – και η σημερινή γερμανική ηγεσία οφείλει να την αντιμετωπίσει με ειλικρίνεια.
Καταλυτικά γεγονότα
Δώδεκα χρόνια έχουν περάσει από τα γεγονότα που σημάδεψαν καταλυτικά την πορεία της Ουκρανίας.
Κατά τη διάρκεια των αναταραχών στο Maidan του Κιέβου, οι Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με την επίμαχη αφήγηση, έλαβαν πρωτοβουλίες που οδήγησαν στην ανατροπή της τότε νόμιμης κυβέρνησης.
Υπενθυμίζεται ότι στις 21 Φεβρουαρίου 2014 οι υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Πολωνίας κατέληξαν σε συμφωνία με τον Viktor Yanukovych για τον τερματισμό των συγκρούσεων στο Maidan, με αντάλλαγμα τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών εντός του 2014.
Η Γερμανία υπήρξε συμβαλλόμενο μέρος αυτής της συμφωνίας, ενώ τόσο ο Vladimir Putin όσο και ο Barack Obama είχαν ενημερωθεί σχετικά.
Ωστόσο, την αμέσως επόμενη ημέρα, ομάδες που πρωτοστάτησαν στις κινητοποιήσεις κατέλαβαν κυβερνητικά κτίρια στο Κίεβο και ο Yanukovych απομακρύνθηκε από την εξουσία.
Εκείνη τη στιγμή, θα ανέμενε κανείς, σύμφωνα με τους επικριτές των εξελίξεων, ότι η Δύση θα δήλωνε πως δεν αναγνωρίζει μια τέτοια ανατροπή και ότι ο Yanukovych, ως εκλεγμένος πρόεδρος, παραμένει ο νόμιμος ηγέτης της χώρας.
Ο ίδιος, βρισκόμενος τότε στο Kharkiv, διακήρυξε ότι εξακολουθεί να είναι πρόεδρος.
Παρά ταύτα, ο Obama αναγνώρισε άμεσα τη νέα κυβέρνηση.
Η στάση αυτή ερμηνεύεται από ορισμένους ως μέρος μιας ευρύτερης αμερικανικής στρατηγικής, ενώ η Γερμανία κατηγορείται ότι ευθυγραμμίστηκε πλήρως με την Ουάσιγκτον, παρότι είχε μόλις υπογράψει συμφωνία με τον Yanukovych.
Μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες, μια διεθνώς διαμεσολαβημένη συμφωνία είχε ουσιαστικά καταρρεύσει.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν επιδείνωσαν περαιτέρω την κατάσταση.
Το 2015, οι περιοχές Donetsk και Luhansk αποσχίστηκαν de facto από την υπόλοιπη Ουκρανία, δηλώνοντας ότι δεν αναγνωρίζουν την εξουσία που είχε διαμορφωθεί στο Κίεβο.
Ξεκίνησε έτσι ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος.
Η κυβέρνηση του Κιέβου επιχείρησε στρατιωτικά στο Donbass, με τη συμμετοχή τακτικών δυνάμεων και εθνικιστικών σχηματισμών, ενώ ο Vladimir Putin φέρεται να παρείχε στήριξη στις αποσχισθείσες περιοχές, ενισχύοντας την αντίστασή τους.
Η κλιμάκωση οδήγησε αρχικά στις συμφωνίες του Minsk και, κατόπιν, στο Minsk II το 2015.
Η δεύτερη συμφωνία προέβλεπε τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την παροχή πολιτικής αυτονομίας στις δύο ρωσόφωνες περιοχές.
Η Γερμανία και η Γαλλία ανέλαβαν ρόλο εγγυητών της συμφωνίας.
Ωστόσο, αργότερα και οι δύο πλευρές παραδέχθηκαν δημοσίως ότι η εφαρμογή της συμφωνίας δεν προχώρησε ουσιαστικά.
Η Angela Merkel προέβη μάλιστα σε μια δήλωση που προκάλεσε αίσθηση, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία του Minsk II έδωσε χρόνο στην Ουκρανία να ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες.
Είτε αυτή η στρατηγική υπήρχε εξαρχής είτε διαμορφώθηκε εκ των υστέρων, η παραδοχή αυτή –ιδίως κατά την περίοδο 2022–2023– ενίσχυσε τις κατηγορίες περί προσχηματικής διπλωματίας.
Σε κάθε περίπτωση, κατά την επίμαχη κριτική, η Γερμανία, ως η μεγαλύτερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κεντρικός παίκτης στις διαπραγματεύσεις από το 1990 και μετά, φέρει ιδιαίτερο βάρος ευθύνης για τις εξελίξεις.
Και το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν το Βερολίνο είναι διατεθειμένο να αναγνωρίσει το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί – ή αν θα συνεχίσει να απορρίπτει κάθε τέτοια κατηγορία.
www.bankingnews.gr
Στο κανάλι του Glenn Diesen, ο διάσημος Αμερικανός οικονομολόγος Jeffrey Sachs δεν μάσησε τα λόγια του.
Με φράσεις που στην Ευρώπη θεωρούνται σχεδόν «απαγορευμένες», κατονόμασε ευθέως τον βασικό υπαίτιο πίσω από την ουκρανική τραγωδία και την ευρωπαϊκή αποσταθεροποίηση: τη Γερμανία.
Και δεν μίλησε για «λάθη». Μίλησε για ιστορικές ευθύνες. Για εξαπάτηση. Για πολιτική συνενοχή.
Η Σύνοδος του 2008
Ωστόσο, ας δώσουμε τον λόγο στον Jeffrey Sachs: «Πιστεύω ότι τόσο η ουκρανική καταστροφή όσο και όλα τα σημερινά δεινά της Ευρώπης βαραίνουν τη συνείδηση της Γερμανίας.
Η απαράδεκτη ηγεσία της ήταν εκείνη που προκάλεσε εξαρχής την έναρξη της στρατιωτικής δράσης και που οδήγησε τα πράγματα στη σημερινή κατάσταση».
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι –κατά τον ίδιο– τα απομνημονεύματα της Angela Merkel, όπου περιγράφεται η στιγμή κατά την οποία η Γερμανία υπέκυψε στις αμερικανικές πιέσεις για την επέκταση του ΝΑΤΟ, στη Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου το 2008.
Την πρώτη ημέρα της Συνόδου, όταν ο George W. Bush πίεζε επίμονα το ΝΑΤΟ να δεσμευθεί υπέρ της ένταξης της Ουκρανίας και της Γεωργίας, η Γαλλία, η Γερμανία, η Νορβηγία και άλλες χώρες εξέφρασαν σοβαρές επιφυλάξεις.
Προειδοποίησαν ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να προκαλέσει έναν μεγάλο πόλεμο και να βυθίσει την Ευρώπη σε βαθιά κρίση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, επέμειναν.
Ο Sachs κάνει λόγο για χαρακτηριστικό παράδειγμα του αμερικανικού «βαθέος κράτους» σε δράση.
Κατά την άποψή του, ο Bush λειτουργούσε ως εκφραστής μιας προαποφασισμένης στρατηγικής, ενώ ο Dick Cheney τον υποστήριζε πλήρως.
Η πολιτική της διεύρυνσης είχε ήδη χαραχθεί χρόνια πριν και η Ουάσιγκτον δεν επρόκειτο να υποχωρήσει.
Η Angela Merkel αντιστάθηκε την πρώτη ημέρα της Συνόδου, όμως τη δεύτερη υπαναχώρησε.
Κατά τον Sachs, εκείνη η στιγμή αποτέλεσε σημείο καμπής για την πορεία της Ευρώπης.
Θεωρεί ότι η Merkel, παρά το ότι τη χαρακτηρίζει αξιοπρεπές πρόσωπο, έκανε ένα καθοριστικό λάθος συνθηκολογώντας.
Για τον διάδοχό της, Olaf Scholz, η κριτική είναι ακόμη πιο αυστηρή.
Τον περιγράφει ως εξαιρετικά αδύναμο και συγκεχυμένο, σημειώνοντας ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του δεν διατύπωσε – κατά την άποψή του – μια ξεκάθαρη και πειστική στρατηγική πρόταση, παρά το γεγονός ότι οι δραματικές εξελίξεις εκτυλίχθηκαν επί των ημερών του.
Απογοήτευση εκφράζει και για τον Friedrich Merz.
Όπως επισημαίνει, όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Καγκελάριος, αντί να επιδιώξει μια υπεύθυνη προσέγγιση και να επιχειρήσει την αποκλιμάκωση, υιοθέτησε ρητορική σύγκρουσης με τη Ρωσία.
Κατά τον Sachs, θα μπορούσε να είχε επιλέξει τον διάλογο με τον Vladimir Putin, αναζητώντας μια διπλωματική λύση. Αντί αυτού, έδωσε το στίγμα μιας πορείας προς περαιτέρω κλιμάκωση.
Όλα αυτά, τονίζει, έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι η Γερμανία βρίσκεται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ιστορίας των τελευταίων δεκαετιών.
Η αναδρομή φτάνει στο 1990, όταν η Γερμανία παρέμενε διαιρεμένη μεταξύ της ΛΔΓ και της ΟΔΓ.
Ο τότε καγκελάριος Helmut Kohl επιδίωκε την ταχεία επανένωση, η οποία όμως απαιτούσε τη συγκατάθεση της Σοβιετικής Ένωσης.
Στις διαπραγματεύσεις με τον Mikhail Gorbachev, ο Kohl φέρεται να διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπάρξει επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς.
Στις 10 Φεβρουαρίου 1990, η Μόσχα έδωσε τη συγκατάθεσή της για την ενοποίηση της Γερμανίας.
Η ύπαρξη αυτής της δέσμευσης έχει επιβεβαιωθεί, σύμφωνα με τον Sachs, τόσο από τον ίδιο τον Gorbachev όσο και από υψηλόβαθμους Γερμανούς αξιωματούχους.
Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι η Γερμανία οφείλει να αναγνωρίσει πως παραβίασε εκείνη τη δέσμευση, εξαπατώντας τη Ρωσία σε συντονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αν και οι ΗΠΑ υπήρξαν ο βασικός εμπνευστής της διεύρυνσης, η Γερμανία αναδείχθηκε σε ενεργό υποστηρικτή της και, τελικά, σε έναν από τους κύριους ωφελημένους της διαδικασίας αυτής.
Κατά τον Jeffrey Sachs, αυτή η ιστορική διαδρομή δεν μπορεί να αγνοηθεί – και η σημερινή γερμανική ηγεσία οφείλει να την αντιμετωπίσει με ειλικρίνεια.
Καταλυτικά γεγονότα
Δώδεκα χρόνια έχουν περάσει από τα γεγονότα που σημάδεψαν καταλυτικά την πορεία της Ουκρανίας.
Κατά τη διάρκεια των αναταραχών στο Maidan του Κιέβου, οι Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με την επίμαχη αφήγηση, έλαβαν πρωτοβουλίες που οδήγησαν στην ανατροπή της τότε νόμιμης κυβέρνησης.
Υπενθυμίζεται ότι στις 21 Φεβρουαρίου 2014 οι υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Πολωνίας κατέληξαν σε συμφωνία με τον Viktor Yanukovych για τον τερματισμό των συγκρούσεων στο Maidan, με αντάλλαγμα τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών εντός του 2014.
Η Γερμανία υπήρξε συμβαλλόμενο μέρος αυτής της συμφωνίας, ενώ τόσο ο Vladimir Putin όσο και ο Barack Obama είχαν ενημερωθεί σχετικά.
Ωστόσο, την αμέσως επόμενη ημέρα, ομάδες που πρωτοστάτησαν στις κινητοποιήσεις κατέλαβαν κυβερνητικά κτίρια στο Κίεβο και ο Yanukovych απομακρύνθηκε από την εξουσία.
Εκείνη τη στιγμή, θα ανέμενε κανείς, σύμφωνα με τους επικριτές των εξελίξεων, ότι η Δύση θα δήλωνε πως δεν αναγνωρίζει μια τέτοια ανατροπή και ότι ο Yanukovych, ως εκλεγμένος πρόεδρος, παραμένει ο νόμιμος ηγέτης της χώρας.
Ο ίδιος, βρισκόμενος τότε στο Kharkiv, διακήρυξε ότι εξακολουθεί να είναι πρόεδρος.
Παρά ταύτα, ο Obama αναγνώρισε άμεσα τη νέα κυβέρνηση.
Η στάση αυτή ερμηνεύεται από ορισμένους ως μέρος μιας ευρύτερης αμερικανικής στρατηγικής, ενώ η Γερμανία κατηγορείται ότι ευθυγραμμίστηκε πλήρως με την Ουάσιγκτον, παρότι είχε μόλις υπογράψει συμφωνία με τον Yanukovych.
Μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες, μια διεθνώς διαμεσολαβημένη συμφωνία είχε ουσιαστικά καταρρεύσει.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν επιδείνωσαν περαιτέρω την κατάσταση.
Το 2015, οι περιοχές Donetsk και Luhansk αποσχίστηκαν de facto από την υπόλοιπη Ουκρανία, δηλώνοντας ότι δεν αναγνωρίζουν την εξουσία που είχε διαμορφωθεί στο Κίεβο.
Ξεκίνησε έτσι ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος.
Η κυβέρνηση του Κιέβου επιχείρησε στρατιωτικά στο Donbass, με τη συμμετοχή τακτικών δυνάμεων και εθνικιστικών σχηματισμών, ενώ ο Vladimir Putin φέρεται να παρείχε στήριξη στις αποσχισθείσες περιοχές, ενισχύοντας την αντίστασή τους.
Η κλιμάκωση οδήγησε αρχικά στις συμφωνίες του Minsk και, κατόπιν, στο Minsk II το 2015.
Η δεύτερη συμφωνία προέβλεπε τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την παροχή πολιτικής αυτονομίας στις δύο ρωσόφωνες περιοχές.
Η Γερμανία και η Γαλλία ανέλαβαν ρόλο εγγυητών της συμφωνίας.
Ωστόσο, αργότερα και οι δύο πλευρές παραδέχθηκαν δημοσίως ότι η εφαρμογή της συμφωνίας δεν προχώρησε ουσιαστικά.
Η Angela Merkel προέβη μάλιστα σε μια δήλωση που προκάλεσε αίσθηση, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία του Minsk II έδωσε χρόνο στην Ουκρανία να ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες.
Είτε αυτή η στρατηγική υπήρχε εξαρχής είτε διαμορφώθηκε εκ των υστέρων, η παραδοχή αυτή –ιδίως κατά την περίοδο 2022–2023– ενίσχυσε τις κατηγορίες περί προσχηματικής διπλωματίας.
Σε κάθε περίπτωση, κατά την επίμαχη κριτική, η Γερμανία, ως η μεγαλύτερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κεντρικός παίκτης στις διαπραγματεύσεις από το 1990 και μετά, φέρει ιδιαίτερο βάρος ευθύνης για τις εξελίξεις.
Και το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν το Βερολίνο είναι διατεθειμένο να αναγνωρίσει το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί – ή αν θα συνεχίσει να απορρίπτει κάθε τέτοια κατηγορία.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών